ἀθρόος

ἀθρόος
Grammatical information: adj.
Meaning: `in crowds, crowded together' (Il.).
Dialectal forms: Att. ἁθρόος (spiritus asper restored after ἅπας, ἅμα?)
Derivatives: ἀθροίζω (ἁ-) `gather together' (Archil.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Compared with Skt. sadhry-àñc- `directed to one goal' (Brugmann Totalität 14ff.); formerly analyzed as containing the root *dʰer- `hold', but this is no longer maintained by EWAia. (not to ἀθρέω, θρόνος). ἁ- \< *sm̥- is convincing, but further uncertain. - Risch Wortbild.179 compares ἀλλό-θροος (so `calling together'?).
Page in Frisk: 1,29

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἁθρόος — ἀθρόος in crowds masc nom sg ἀθρόος in crowds masc/fem nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άθροος — ἄθροος, ον (Α) αθόρυβος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + θρόος ή θροῦς (= οχλαγωγία, συγκεχυμένος θόρυβος)] …   Dictionary of Greek

  • ἀθρόος — in crowds masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄθροος — ἀθρόος in crowds masc/fem nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθρόος — α, ο (AM ἀθρόος, α, ον, Α και ἄθρους, ουν) 1. ο κατά σωρούς εμφανιζόμενος, συμπυκνωμένος, συναγμένος, συγκεντρωμένος 2. σύμπας, ολόκληρος, συνολικός, συλλογικός αρχ. 1. συνεχής, αδιάλειπτος 2. αυτός που γίνεται αμέσως, διά μιας, ξαφνικά 3. πολύς …   Dictionary of Greek

  • αθρόος — α, ο συμπυκνωμένος, πολύς, άφθονος: Τις τελευταίες μέρες έγιναν αθρόες συλλήψεις φοιτητών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἁθροώτερον — ἀθρόος in crowds masc/fem acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds adverbial comp ἀθρόος in crowds masc acc comp sg ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg ἀθρόος in crowds masc acc comp sg (attic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθροώτατον — ἀθρόος in crowds masc/fem acc superl sg (attic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc superl sg (attic) ἀθρόος in crowds masc acc superl sg ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc superl sg ἀθρόος in crowds masc acc superl sg (attic) ἀθρόος in crowds neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθροώτερον — ἀθρόος in crowds masc/fem acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds adverbial comp ἀθρόος in crowds masc acc comp sg ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθρόα — ἀθρόος in crowds fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc pl ἁθρόᾱ , ἀθρόος in crowds fem nom/voc/acc dual ἁθρόᾱ , ἀθρόος in crowds fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθρόως — ἀθρόος in crowds masc/fem acc pl (attic doric) ἀθρόος in crowds adverbial ἀθρόος in crowds masc acc pl (doric) ἀθρόος in crowds adverbial (attic) ἀθρόος in crowds masc/fem acc pl (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.